Το άλας της γης

Στην υπαρκτή κοινωνικοπολιτική ερήμωση όπου ‘ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του΄ ,διοικούν ‘,προκύπτουν απροσδόκητα μικρές νησίδες υπαρκτής ακτίνας φωτός,που διατηρείται η ανθρωπιά,η προσφορά και το κτύπημα στον ώμο,κυρίως από εκείνους,που περνούν απαρατήρητοι και περπατουν με χαμηλωμενο βλεμμα,όχι από ντροπή,αλλά από πείσμα,που σιγουρεύει το βήμα τους,στον καθημερινό κάματο.

Δεν θα τους συναντήσεις σε πολύβουες και πληκτικες συνάξεις,εκεί δηλαδή,που ασημαντότητες προσπαθούν να παραστήσουν πως γνωρίζουν φιλοσοφικες ακροβασίες,ενώ μηρυκάζουν κείμενα από τα οπισθόφυλλα βιβλιων,που παραμένουν ‘ατσαλάκωτα’ .

Θα τους συναντήσεις σε γειτονιές κακοφωτισμένες,σε μικρά καφενεία,που ‘σπαταλούν’ το έλλειμμα του μήνα για να μιλήσουν με τον άλλο.

Θα τους συναντήσεις να δίνουν διακριτικά στον αναγκεμένο ,οντες και οι ίδιοι αναγκεμένοι ,αυτό το ελάχιστο που μπορούν ,χωρις έπαρση .

Ανθρωποι ‘Ελπήνορες’,που δεν έχουν αποδεχτεί την ‘μοίρα’ τους ,που διαθέτουν πολιτική σκέψη,κυρίως λόγω ενστίκτου και εμπειρίας ζωής ,σαν εκείνους που κάποιον σχετικά κοντινό Ιούλιο ρίσκαραν το Όχι τους,για μια καλύτερη ζωή,και πουλήθηκαν στις ‘αγορές’ σε μια νύχτα.

Είναι οι άνθρωποι εκείνοι,με την συνείδηση που δεν κοιμάται,αλλά που δειλιάζουν συνάμα να αναλάβουν περισσότερες πρωτοβουλίες ,είτε γιατι απογοητεύτηκαν,είτε γιατί δεν προσεγγίστηκαν ,κάπου ξεχασμένοι..

Είναι εκείνοι ,που θυμίζουν κατ’αναλογία κάποιους άλλους,πριν 70 τόσα χρόνια ,που η ανάγκη,τους οδήγησε σε εκείνο που τοσο αξιοθαύμαστα περιγράφει ο Αγγελος Ελεφάντης ‘Η μάνα μου ,λοιπόν το καλοκαίρι του 1942,έφυγε μαζί με την αδελφή της και μιά γαϊδούρα,έκαναν τέσσερις μέρες ποδαρόδρομο από το Βελούχι ως την Θεσσαλία γιά να μαζέψουν στάχυα ,άλλες τόσες να γυρίσουν πίσω στο χωριό,φορτωμένες,περνώντας μέσα από τα ιταλικά φυλάκια και λεγεωνάριους που λυμαίνονταν την περιοχη ,ξυπόλητες και πεινασμένες κι έφεραν σπίτι λίγες οκάδες σιτάρι,να φάμε τα παιδιά ,να μην πεθάνουμε..Ηρωισμός και ανήκουστη αποκοτιά..
Αλλά αυτή η αποκοτιά της ανάγκης εγκαινίαζε και έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο ζωής που αποχαιρετούσε για πάντα τη θεση ,που η αρχέγονη τάξη του παραδοσιακού χωριού προόριζε στη μάνα μου και σ’αλλες γυναίκες..Η στάση της ήταν ίδια με εκείνη χιλιάδων,εκατοντάδων χιλιάδων γυναικών,ανδρών και παιδιών ακόμα,που μηχανεύτηκαν και έπαθαν τα χίλια για να ζήσουν ..Και παθαίνοντας έμαθαν.’’

Είναι εκείνοι οι άνθρωποι,που δεν ξοδεύουν την ύπαρξή τους σε γραφεία ταξιδίων ,φαντασιώνοντας πως θα περιφέρουν το σαρκίο τους για ‘ενημερωτικό τουρισμό’ ,ακριβως επειδή ξέρουν ότι ‘ η πόλη θα τους ακολουθεί’
Είναι αυτή η καλή διασκορπισμένη μαγιά ,που διατίθεται να βγει μπροστά ,και της αρκεί ένα απαλό σπρώξιμο,από εκείνους,που πρέπει να τους προσεγγίσουν ,ακόμα και στις τωρινές ζοφερές στιγμές που περνά ο πληγωμένος τόπος..
Τους συναντάς αθόρυβα,στο περιθώριο της πολιτικής .Τους συναντάς σε όλες τις γενιές να συνδέονται με ένα αδιόρατο νήμα..
Είναι στην δυνατότητα εκείνων των συλλογικών υποκειμένων να τους πλησιάσουν και να τους δώσουν το έρεισμα διεξόδου.
Αυτό είναι το ζητούμενο και το μεγάλο ερωτηματικό ταυτόχρονα.

Κι εδώ μεσα από τα φαντάσματα του παρελθόντος ξαναγίνεται επίκαιρο το ξεχασμένο ποίημα του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου για εκείνους ,που ακόμα με κάποιο διακριτικό τρόπο ‘κρατάνε’ αυτές τις ακτίδες φωτός ,από τις μανάδες μας,ως τους νεότερους που ψάχνουν τρόπους να ‘μιλήσουν’

Κόντρα στο δακρυγόνο και στο ραδιόφωνο
κόντρα στη συμμαχία των αρχηγών
κόντρα σε σένα και σε μένα
που θα ΄μαστε αύριο νεκροί στις πολυθρόνες μας

Έκλαιγε η γριούλα δίπλα μου
όλα χαμένα σαν τα είκοσί μου χρόνια
κι η κάθε μέρα φεύγοντας παίρνει μαζί της το κουράγιο
παίρνει τα στήθη που ΄φράζαν το δρόμο σε σφαίρες και βρισιές

-έκλαιγε η γριούλα δίπλα μου κι έπαιρνε ο τόπος φως απο άλλες μέρες
τραγούδια μουδιασμένα βγαίναν ξανά περίπατο στα χείλια
τραγούδια τόσο μακρινά τόσο περήφανα και τόσο απελπισμένα
έκλαιγε η γριούλα δίπλα μου στηρίζοντας στα κόκκαλά της την Αθήνα

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

«V Σ.Π. 23-7-65»
Υπό ξένην σημαία (Προτασεις 1972)

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

Advertisements

Λυκιαρδόπουλος: To ‘Εκείθεν’ των επαναστατικών ιδεολογιών γεννιέται μέσ’από τα σπλάγχνα του ‘Εντεύθεν΄

15181402_1549722991721204_2317363366164464542_n

Kαι μιάς και αυτές τις μέρες απασχόλησαν την επικαιρότητα συγκεκριμενα θεματα (Κάστρο-επανάσταση-κρατικοποιηση της επανάστασης κ.λ.π-και αναφέρομαι σε καλοπροαίρετους συνομιλητες και οχι σε νουμερα που ταυτίζουν ΕΑΜ με ταγματασφαλίτες- ,και κάποιες πρόσφατες επιλογές,που ξάφνιασαν ή και πάγωσαν κάποιους),κάπου εκεί στο μακρινό 1977 στο περιοδικό ‘Σημειώσεις’ διεξήχθη ο περίφημος διάλογος Παναγιώτη Κονδυλη και Γερασιμου Λυκιαρδόπουλου ,που είχε ξεκινήσει απο μιά εξαιρετικη αποδομηση του Fromm από τον αείμνηστο Μάριο Μαρκίδη(τεύχος 12).Μετά παρενέβη ο Κονδύλης,απάντησε ο Λυκιαρδόπουλος ,συνέχισε τον διάλογο ο Κονδύλης,απάντησε πάλι ο Λυκιαρδόπουλος,για να ΄κλεισει’ τον οξύ,αλλά εξαιρετικό διάλογο,ο Στέφανος Ροζάνης..(τεύχος 19)..

Απ’όλη αυτή την κλασσικη πια συζήτηση ,αν κάτι με εκφράζει περισσότερο ειναι ένα απόσπασμα του Λυκιαρδόπουλου από την πρώτη του απάντηση στον Κονδύλη που επιγράφεται ‘Παλιά και Νεα θεότητα :Σημειώσεις εξ’αφορμής'(Οποιος δεν εχει τα τεύχη του περιοδικού όλος ο διάλογος κυκλοφορεί ξεχωριστά και από τις εκδόσεις Ερασμος -Οι Ιδέες 33- με τίτλο ‘Παλιά και Νεα Θεότητα’)..

Το απόσπασμα του Λυκιαρδόπουλου είναι αυτό :

‘H Eξουσια μπορεί να οικοδομεί συνεχώς την πραγματικότητα της αδιαφορώντας τόσο γι αυτους που προσποιούνται τους δραπέτες της,ζωγραφίζοντας στα τείχη της ΄φτερούγες ελευθερίας’,όσο και γιά τους άλλους ,που γκρεμίζονται από τα τείχη της στην ελευθερία του μηδενός.Ετσι και αλλοιώς ούτε για τους μεν,ούτε για τους δε έχει σημασια αν υπάρχει παράδεισος ή αν η αταξική κοινωνια είναι άπιαστο όραμα. Continue reading «Λυκιαρδόπουλος: To ‘Εκείθεν’ των επαναστατικών ιδεολογιών γεννιέται μέσ’από τα σπλάγχνα του ‘Εντεύθεν΄»

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: Το Πολυτεχνείο πέθανε-Ζήτω το Πολυτεχνείο!

15032310_1535627829797387_7581500557021014592_n

Αν έχει αξία αυτό το απόσπασμα από το κείμενο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου,είναι γιατί προέρχεται από το ‘απόμακρο ‘ 1974 και το εξαίρετο περιοδικό ‘Σημειώσεις’-(τεύχος 4-26-11-1974)…Επειδή κάποιοι ελάχιστοι μπορούν πάντα να ‘βλέπουν’ μακριά’
……………………………………………………………………………………..

‘Μα οι νεκροί δεν αγωνίστηκαν γι αυτά….Δεν ήθελαν να γίνουν ‘εθνικοί ήρωες’.Δεν ανήκουν στο έθνος.Στο έθνος ανήκουν οι παπάδες και τα λάβαρα και τα στεφάνια των επισήμων.Στο έθνος ανήκουν οι δολοφόνοι των παιδιών.Τα παιδιά δεν ανήκουν πουθενά..Το νόημα της εξέγερσής τους δεν χωράει στα εθνικά αστικοδημοκρατικά πλαίσια που θέλουν να το στριμώξουν..Ο αγώνας του Νοέμβρη δεν ήταν αγώνας ‘εθνικός’,δεν ήταν καν αγώνας ‘πολιτικός’-ήταν η επανάσταση.
Το Πολυτεχνείο δεν ανήκει στο ‘έθνος’.Αυτή την αλήθεια εξέφραζε ένα σημείωμα αφιερωμένο στους νεκρούς :’ o ελληνικός λαός ήταν ανάξιος της θυσίας σας΄’
Το Πολυτεχνείο ανήκει στους νεκρούς-μόνο σ’αυτούς.

Σήμερα πίσω από τα πανηγύρια και τα μνημόσυνα,πίσω από την νερουλή συνθηματολογία των πολιτικών κομμάτων,διακρίνεται η αιώνια επιθυμία των νοικoκυραίων.Το ‘Ποτέ πιά άλλο Πολυτεχνείο’ δεν σημαίνει ‘Ποτέ πιά άλλος φασισμός’ αλλά :’O αγών εστέφθη από επιτυχία ‘ ή ‘καθίστε τώρα φρόνιμα’.
Μα πάνω από τις νουθεσίες ή τις διαταγές εθναρχών,μεσιών και τραμπούκων ακούγονται κάποιες άλλες φωνές στο πεζοδρόμιο :’Eνα,δύο,τρία,πολλά Πολυτεχνεία’
Η σπουδαστική εξέγερση κηδεύτηκε προχθές.
Πέρασε ήδη στις εθνικές επετείους-κρατικοποιήθηκε.
Οι νεκροί του Πολυτεχνείου χάθηκαν μέσα στην εικόνα του αγνώστου στρατιώτου.

Το Πολυτεχνείο πέθανε-Ζήτω το Πολυτεχνείο.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος.

Υ.Γ.

Και σε μιά άλλη του σημείωση αναφέρει το συγκλονιστικό : ‘Οταν τίθεται το δίλημμα ‘Δημοκρατία ή Τανκς,ήδη κυβερνούν τα Τανκς’